Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Η Λιβύη μετά τον Καντάφι

Η σελίδα που έχει ανοίξει για τη μετα-κανταφική Λιβύη είναι θολή. Το λιντσάρισμα του πρώην ηγέτη της χώρας μπορεί να προκάλεσε χαμόγελα στους Λίβυους επαναστάτες, τη λιβυκή –πρώην-αντιπολίτευση και τους δυτικούς συμμάχους τους, αλλά προδίδει ότι η Λιβύη είναι μία χώρα που μόνο εύκολα δεν θα καταφέρει να γυρίσει στην ομαλότητα.

Το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο της Λιβύης, που έχει αναγνωριστεί ήδη από ογδόντα κράτη, καλείται να σχεδιάσει το δρόμο που θα διαβεί η χώρα στη προσπάθεια της να αποκτήσει δημοκρατικούς θεσμούς. Ο μεταβατικός πρωθυπουργός της χώρας, Μαχμούντ Τζιμπρίλ, δήλωσε αμέσως μετά το θάνατο του Καντάφι ότι σκοπεύει να διεξαγάγει εκλογές μέσα στους επόμενους οκτώ μήνες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι η «εποχή του δεσποτισμού» έλαβε τέλος, ενώ παράλληλα οι δυτικές τράπεζες σκοπεύουν άμεσα να δανείσουν στη νέα κυβέρνηση δισεκατομμύρια δολάρια. Η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ έχουν φροντίσει από νωρίς να πάρουν θέση για το νέο – αποκλειστικά οικονομικό- «πόλεμο» που διεξάγεται στη Λιβύη, εκείνο του πετρελαίου. Στο διπλωματικό παρασκήνιο, φαίνεται πως οι ΗΠΑ είναι αυτή τη στιγμή ο προνομιακός συνομιλητής του Μεταβατικού Συμβουλίου. Οι Λίβυοι ηγέτες ζητούν βοήθεια σε διάφορους τομείς έχοντας προσφέρει ακόμη και χρήματα στις ΗΠΑ για να εκπαιδεύσουν τις νέες δυνάμεις ασφαλείας που θα επιβάλλουν τη τάξη στη χώρα. Η βοήθεια, όμως, που έχει προσφερθεί στη χώρα σε ανθρωπιστική βοήθεια είναι ισχνή: περισσότερα όπλα έχουν δοθεί στις λιβυκές αρχές παρά φάρμακα και βιβλία.

Το πρόβλημα με τους αντάρτες

Ωστόσο, στη μετα-κανταφική Λιβύη οι παίκτες και πρωταγωνιστές στο υπό διαμόρφωση πολιτικό σκηνικό, εκτός από πολυάριθμοι, διακρίνονται και σε ισχύ. Χιλιάδες αντάρτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν απλοί χωρικοί πριν πάρουν τα όπλα, αυτή τη στιγμή συνυπάρχουν με δυσκολία στην Τρίπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Δεν είναι λίγες οι αντάρτικες ομάδες που δεν αναγνωρίζουν την εξουσία του Μεταβατικού Συμβουλίου και λογοδοτούν αποκλειστικά στους αρχηγούς των ταγμάτων τους. Σύμφωνα με αναφορές της Wall Street Journal, ισλαμιστές αντάρτες λαμβάνουν τακτικά χρήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό από το Εμιράτο του Κατάρ, ενώ υπάρχουν αρκετές αναφορές για αντάρτες που έχουν εκπαιδευτεί στο Αφγανιστάν και έχουν διασυνδέσεις με σειρά ισλαμικών εξτρεμιστικών οργανώσεων.

Σε ολόκληρη την επαρχία της Λιβύης κυκλοφορούν μικρές ομάδες ανταρτών καλά εξοπλισμένες, που διαθέτουν από αντι-αεροπορικά συστήματα και άρματα μάχης μέχρι και χημικά όπλα, που έχουν έρθει στη διάθεση τους μετά τη κατάληψη οχυρών του καθεστώτος Καντάφι. Τα ξένα Μέσα αναφέρουν ότι έχει ήδη ξεκινήσει η μεταφορά όπλων στα λιβυκά σύνορα με σκοπό το λαθρεμπόριο εκτός χώρας. Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ έχουν στα σχέδια τους να ξοδέψουν ένα ποσό που κυμαίνεται γύρω στα 40 εκατομμύρια δολάρια αποκλειστικά και μόνο για να εντοπίσουν και να αφοπλίσουν όλον αυτό τον στρατιωτικό εξοπλισμό.

Το ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να μην παραδοθεί η Λιβύη στη δίνη ενός εμφύλιου πολέμου. Η λιβυκή κοινωνία δεν είναι καθόλου ομοιογενής. Συγκροτείται από τρεις βασικές επαρχίες και απαρτίζεται από φυλές που βρίσκονται σε διαμάχη. Ο Καντάφι είχε καταφέρει να ενώσει τη χώρα και με όπλο τον αυταρχισμό είχε επιβάλει την τάξη. Τώρα, ελλείψει μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, και με τις στρατιωτικές ομάδες που είχαν αναλάβει να ανατρέψουν τον Καντάφι κατακερματισμένες και να μην υπακούουν αποκλειστικά σε μια εκτελεστική αρχή, το Μεταβατικό Συμβούλιο ανησυχεί για το πώς θα καταφέρει να ελέγξει τις στρατιωτικές ομάδες που κυκλοφορούν ανενόχλητες και χωρίς σχέδιο σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, το Συμβούλιο διστάζει να ζητήσει περαιτέρω βοήθεια από τη Δύση, αφού οι Λίβυοι πολίτες και αντάρτες ζητούν την άμεση απόσυρση των δυτικών δυνάμεων.

Οι αναλυτές παρομοιάζουν την Λιβύη με το Αφγανιστάν την περίοδο μετά το τέλος του πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση το 1989: η μεταβατική κυβέρνηση είχε παραμείνει στην εξουσία μόλις έξι μήνες και παραδόθηκε σε ένα πόλεμο μεταξύ των δημοκρατικών δυνάμεων και των μουτζαχεντίν που κράτησε μέχρι το 1992. Ας ελπίσουμε ότι η Λιβύη δεν θα έχει την ίδια τύχη με το Αφγανιστάν, αφού ο εμφύλιος πόλεμος εκεί έληξε με την άνοδο των Ταλιμπάν στην εξουσία και την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος που δυνάστευσε τη χώρα για περισσότερο από μία δεκαετία.

Να ποιος είναι ο καλύτερος σύμμαχος της κυβέρνησης

Χθες το βράδυ, το Reuters είχε ως τίτλο για τα χθεσινά επεισόδια, “Greek protestors fight each other”, δηλαδή “οι έλληνες διαδηλωτές συγκρούστηκαν μεταξύ τους”. Νομίζω πως αυτός ο τίτλος -και χωρίς να θέλω να συγκρίνω τον εαυτό μου με τους δημοσιογράφους  του Reuters- δεν περιγράφει καθόλου σωστά τί ακριβώς συνέβη τη Πέμπτη στο Σύνταγμα.

Υπήρξε νεκρός τελικά. Κάτι που πολύς κόσμος φοβόταν από το καλοκαίρι, στις μεγαλειώδεις, μαζικές αλλά και αιματηρές διαδηλώσεις του καλοκαιριού, έγινε πραγματικότητα χθες.

Κι΄ όμως, τη Πέμπτη η συγκέντρωση στο Σύνταγμα ξεκίνησε ειρηνικά. Η περιφρούρηση του ΠΑΜΕ γύρω από τη Βουλή  καθώς και η εξαιρετική οργάνωση όλων των  μπλοκ -και όχι μόνο των δυνάμεων του ΠΑΜΕ-  ήταν τα καλύτερα εχέγγυα για μια ειρηνική διαμαρτυρία.

Ωστόσο, επιβεβαιώθηκε το χειρότερο πιθανό σενάριο: χοντρό ξύλο μεταξύ των διαδηλωτών, αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης, αλληλοκατηγορίες στα κόμματα της Αριστεράς αναφορικά με τά επεισόδια, κι ένας νεκρός: ο 53χρονος Δημήτρης Κοτσαρίδης, γραμματέας παραρτήματος συνδικάτου Οικοδόμων Βύρωνα και μέλος του ΠΑΜΕ, ο οποίος διεκομίσθη στον Ευαγγελισμό με αναπνευστικά προβλήματα και πέθανε από ανακοπή.

Ο θάνατος του Κοτσαρίδη σφραγίζει μια περίοδο κοινωνικών αναταραχών και αιματηρών διαδηλώσεων ενάντια στη κυβέρνηση Παπανδρέου και τη πολιτικοοικονομική κατοχή της χώρας από τη τρόικα. Και ο λόγος που όλες αυτές οι διαδηλώσεις ήταν τρομακτικά βίαιες βρίσκεται στη πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το κίνημα των αγανακτισμένων πολιτών με τόνους χημικών και ωμού ξύλου.

Στα χθεσινοβραδινά δελτία ειδήσεων, τα ΜΜΕ είχαν ως πρώτο θέμα το ξύλο που έπεσε μεταξύ ΚΚΕ και αντιεξουσιαστών και υπονοούσαν (ή έλεγαν ξεκάθαρα) ότι ο νεκρός προήλθε από τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Κάτι που είναι αναληθές αφού ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν στο Ζάππειο μακριά από το “πεδίο μάχης”. Οι οδηγητές γνώμης στα τηλεπαράθυρα οργίασαν πάνω στο πόσο “βίαιες σκηνές βιώσαμε όλοι” (ενώ ούτε ένας από αυτό βρέθηκε στο Σύνταγμα αυτοπροσώπως) περιγράφοντας με λεπτομέρειες και στόμφο (ενώ οι ίδιοι δεν ήταν καν εκεί ξαναλέω) τα επεισόδια στο Σύνταγμα. Όπως είναι επόμενο η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου από τη κυβέρνηση και τους 153 βουλευτές καθώς και ό,τι συνεπάγεται αυτό για τις ζωές μας, πέρασε σχεδόν στα ψιλά. Κανένα εκτενές ρεπορτάζ για το τί περιλαμβάνει το πολυνομοσχέδιο, τί αλλάζει με αυτό στη χώρα, ποιες είναι οι σημαντικότερες διατάξεις του... Όχι. Η είδηση της ημέρας ήταν η βία στο Σύνταγμα.

Ποιος, λοιπόν ευνοήθηκε από τις χθεσινές εξελίξεις; Μα, φυσικά,η κυβέρνηση, η τρόικα και ο ίδιος ο Παπανδρέου. Πήραν παράταση ζωής μερικές εβδομάδες ακόμη, ουδείς ασχολήθηκε -την ημέρα της ψήφισης του- για το πολυνομοσχέδιο και -λαμβάνοντας υπόψη μας τι συνέβη μετά τους νεκρούς της Μαρφίν- ο κόσμος θα κάνει κάποιο καιρό να ξανακατέβει μαζικά στο δρόμο με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Συγχαρητήρια, η βία στους δρόμους, η προπαγάνδα και ο φόβος φαίνεται πως είναι ο καλύτερος σύμμαχος για τη παραπαίουσα κυβέρνηση.

Η απάντηση της Αστυνομίας

Στα τέλη Μαΐου μου είχε συμβεί το εξής περιστατικό.

Η ανταπόκριση του κόσμου στη καταγγελία μου ήταν τεράστια. Το συγκεκριμένο άρθρο έκανε το ταξίδι του στο διαδίκτυο, ο κόσμος διάβασε τί έγινε, σχολίασε, αναρωτήθηκε ενώ αρκετός κόσμος από τη κοινότητα του twitter (και όχι μόνο) εξακολουθεί να με ρωτάει αν έχουν υπάρξεις εξελίξεις στην ιστορία. Να υπενθυμίσω πως το συγκεκριμένο περιστατικό το κατήγγειλα γραπτά στην ΕΛ.ΑΣ. επεξηγώντας με ακρίβεια τις κινήσεις και στάσεις των αστυνομικών που εμπλέκονταν στην ιστορία.

Τη προηγούμενη Τρίτη, λοιπόν, έλαβα ένα mail από το γραφείο Προσωπικού του τμήματος Εσωτερικών Λειτουργιών της ΓΑΔΑ στο οποίο με ενημερώνουν ότι έχει ανατεθεί σε αξιωματικό της Υπηρεσίας η διενέργεια Προκαταρκτικής Διοικητικής Εξέτασης για τη διερεύνηση του περιστατικού και «τυχόν πειθαρχικής ευθύνης παντός υπαίτια εμπλεκομένου Αστυνομικού».

Αν και με καθυστέρηση πέντε μηνών, η Αστυνομία αποφάσισε να ασχοληθεί με το συμβάν. Ομολογώ ότι κάτι τέτοιο δεν το περίμενα. Ήμουν βέβαιος ότι η καταγγελία μου είχε μπει στο ράφι μαζί με μυριάδες άλλα ανάλογα περιστατικά. Γι’ αυτό, εξεπλάγην θετικώς. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι έχουν περάσει πέντε μήνες από τότε. Και οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί εξακολουθούν να βρίσκονται στο Σώμα και να διεκπεραιώνουν τα «αστυνομικά» τους καθήκοντα είτε σε περιπολίες και σκοπιές είτε σε διαδηλώσεις πολιτών.

Στο τέλος του mail, η Αστυνομία με πληροφορεί ότι στο τέλος της έρευνας θα με ενημερώσουν για το αποτέλεσμα της εξέτασης. Όπως μου είχαν ζητήσει πολλοί αναγνώστες του protagon το Μάιο, θα συνεχίσω να παρακολουθώ με ενδιαφέρον την έκβαση της υπόθεσης και θα σας ενημερώσω για όποια τυχόν εξέλιξη. Θέλω να πιστεύω πως θα βρεθούν οι αστυνομικοί που μετείχαν στο περιστατικό αφού η ΓΑΔΑ γνωρίζει ποιες μονάδες, πότε και πού περιπολούν και σταθμεύουν. Εν αναμονή, λοιπόν.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Οι ευθύνες των παρατάξεων της Αριστεράς για το ξεπεσμό του φοιτητικού κινήματος


 


Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες αρκετές σχολές που τελούσαν υπό κατάληψη σιγά σιγά ανοίγουν. Πρώτα άνοιξαν  μικρότερες περιφερειακές σχολές, μετά διάφορα τμήματα του ΑΠΘ και του Καποδιστριακού, σχολές του Πολυτεχνείου, η Πάντειος και έτσι σιγά σιγά  όπως φαίνεται άρχισε η πτώση του  καλοκαιρινού θα φοιτητικού κινήματος ενάντια στο νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου.

Τα λάθη που έγιναν όλη αυτή τη περίοδο, κατά την άποψη μου,  είναι λίγα αλλά σημαντικά. Για παράδειγμα πιστεύω ότι οι καταλήψεις έπρεπε να ξεκινήσουν μετα την εξεταστική περίοδο ώστε να συμπέσουν χρονικά με τις μαθητικές κινητοποιήσεις και να αποκτήσει ο αγώνας πραγματικά πανεκπαιδευτικό χαρακτήρα. Και πάλι, όμως, δεδομένων των συνθηκών και την θατσερική στάση της Υπουργού (που δεν κάλεσε τους φοιτητές ούτε μία φορά στο τραπέζι των συνομιλιών), το φοιτητικό κίνημα έδειξε γρήγορα αντανακλαστικά  αλλά για συγκεκριμένους λόγους, που θα αναφέρω παρακάτω, ξεθώριασε με την ίδια ταχύτητα.

Θεωρώ ότι με το τέλος των φετινών κινητοποιήσεων κλείνει ο κύκλος που ξεκίνησε με το φοιτητικό κίνημα του 2006. Ένα κίνημα που γεννήθηκε αυθόρμητα, μαζικοποιήθηκε γρήγορα και ήταν νικηφόρο. Έχασε, όμως, τη δυναμική του γιατί παρέμεινε προσηλωμένο σε μία πολιτική άρνησης αντί να βγει προς τα έξω, να ανοιχτεί στη κοινωνία και να διεκδικήσει. Το 2006 το κίνημα ήταν ελπιδοφόρο και φρέσκο αλλά δυστυχώς το διάστημα που μεσολάβησε οι τακτικές, η συνθηματολογία, η ρητορική δεν ανανεώθηκαν ενώ η απουσία ενός συγκροτημένου και ενιαίου λόγου από μεριάς των φοιτητών αναπόφευκτα οδήγησε το κίνημα σε αγκυλώσεις που το καθήλωσαν.
Παράλληλα, σημαντικό μερίδιο ευθύνης έχουν οι παρατάξεις της Αριστεράς στα πανεπιστήμια με το σεχταρισμό που τις διακρίνει.

Οι τρεις παρατάξεις της Αριστεράς στο Πανεπιστήμιο, η ΠΚΣ(ΚΚΕ), τα ΕΑΑΚ(ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και η ΑΡΕΝ(ΣΥΡΙΖΑ) ήδη από τις κινητοποιήσεις για το νόμο-πλαίσιο Γιαννάκου, είχαν σπάσει το μέτωπο που είχε δημιουργηθεί το 2006. Η Αριστερά δυστυχώς αδιαφόρησε για το πραγματικό κίνημα που υπερβαίνει κομματικές λογικές.  Οι αριστερίστικες λογικές  εμπόδισαν τις παρατάξεις από το να σχηματίσουν ένα ενιάιο Μέτωπο με αριστερά χαρακτηριστικά, το οποίο θα είχε διαρκή παρουσία και ουσιαστικές δράσεις σε κάθε σχολή. Ένα Μέτωπο που σταδιακά θα αποκτούσε δική του δυναμική και δεν θα περιοριζόταν στη στείρα άρνηση και το συντεχνιακό λόγο αλλά θα έβγαινε μπροστά με επιθετικές διαθέσεις, οργανωμένα, χρησιμοποιώντας τις νέες τεχνολογίας και διαμορφώνοντας συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα.

Για την αδυναμία  δημιουργίας ενός τέτοιου Μετώπου δεν ευθύνεται φυσικά η παράλυση της ΕΦΕΕ, που για τους περισσότερους από εμάς είναι ένα παραμύθι από μία άλλη εποχή την οποία δεν έχουμε ζήσει. Φταίνε οι δυνάμεις της Αριστεράς που όπως πάντα και παντού σε αυτή τη χώρα είναι κατώτερες των περιστάσεων και περιορίζονται σε στάση άμυνας και περιχαράκωσης. Μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η παράταξη του ΚΚΕ στα πανεπιστήμια που σχηματίζοντας το ΜΑΣ (Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών) προσπάθησε να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο του ΠΑΜΕ αλλά απέτυχε παταγωδώς.Το ζητούμενο, όμως, είναι το φοιτητικό κινημα να αποκτήσει νέο πρόσωπο και πνοή και εμπνεύσει βαθειά τις μάζες του φοιτητών που στη πλειοψηφία τους υποφέρουν λόγω της οικονομικής κρίσης.

Μία πρόταση για την επόμενη μέρα θα ήταν  να γίνει πράξει αυτό που είχε ειπωθεί το καλοκαίρι στο Σύνταγμα: να μεταφερθούν οι “Αγανακτισμένοι” και η Λαϊκή Συνέλευση Συντάγματος στις σχολές. Οι πραγματικά “Αγανακτισμένοι” φοιτητές, όχι αυτοί που προβάλλονται ως τέτοιοι από τα Media και που το μόνο χαρακτηριστικό που έχουν είναι όχι η δίψα τους για μάθηση αλλά το πάθος τους να περάσουν όσα περισσότερα μαθήματα μπορούν για να “μην μαζεύονται πολλά” όπως λένε στις μεταξύ τους συζητήσεις. Εάν η Αριστερά αξιοποιήσει την εμπειρία που αποκτήθηκε το καλοκαίρι στο Σύνταγμα και ξεπεράσει τα όποια μεπολιτευτικά κατάλοιπα έχει τότε ίσως το φοιτητικό κίνημα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του.